10
Φεβ 14

Δημήτρη

Εν πιστεύκω ότι για την κατάντια του τόπου φταίει ένας άνθρωπος, ή έστω ένα κόμμα. Κατ’ αρχάς, εν πρέπει να παραλληλίζουμε την κατάντια, με την οικονομική εξαθλίωση. Τα χάλια μας τα μαύρα σαν κοινωνία, είχαμε τα πολλή τζαιρό πριν παττίσουμε. Απλά τότε είχαμε λίρες να ξοθκιάζουμε τζαι εν εφακκούσαμε πέννα για τα οτιδήποτε άλλο εν εδούλεφκε σωστά.

Το ότι εφάτσισεν η πιέλλα στην θητεία του Χριστόφκια, εν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι, μέχρι την ημέρα που ανέλαβε ούλλα εδουλέφκαν ρολόι.Την γνώμη μου για τους πολιτικούς θα την πω παραφράζωντας κάτι που άκουσα παλιά. Είτε τούτοι ούλλοι που εν στην εξουσία, εν πράγματι αχάπαροι τζαι ανεχούμαστε τους, είτε εν πολλά έξυπνοι τζαι εμείς είμαστεν οι αχάπαροι που τους ανεχούμαστε.

Πιστεύκω, ότι για την οικονομική καταστροφή της χώρας, φταίει το πολιτικό σύστημα που αποτελείται που δικηγόρους τζαι εκπροσώπους τραπεζικών τζαι μεγαλοεπιχειρήσεων που τόσα χρόνια εκοκκαλιούσαν με δέκα μασέλλες. Ξέρωντας ότι αμα πάει κάτι στραβά, εννα μας πατίσουν πας τον λέλλεχα τζαι μας κοττίσουν τον λοαρκασμό. Όπως τζαι έγινε.

Την ίδια ώρα, τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης του λαού (με μερικές εξαιρέσεις) ασχολούνταν με πελλάρες. ‘Οπως το χρώμα που έβαλε στην σημαία της η Μακεδονία στην Γιουροβίζιον τζαι πως αποκάλεσε τα κατεχόμενα ο δεύτερος αντιπρόσωπος της ποδοσφαρικής ομοσπονδίας της Μποτσουάνα. Εμάθαν μας να ασχολούμαστε με σημιολογικές μαλακίες τζαι το φαίνεσθαι των καταστάσεων τζαι να αφήνουμε την ουσία στο παρασκήνιο.

Εμεταφέραμε την νοοτροπία του «Τι εννα πεί ο κόσμος» σε ούλλους τους τομείς της κοινωνίας. Στο σπίτι μπορεί να εν ούλλα μπουρδέλο, αλλα ΟΚ, αμα η γειτονιά νομίζει ότι ούλλα παν καλά, εν υπάρχει λόγος να σάσουμε κάτι.

Επιστρέφω τζαι λαλώ. Φταίω τον Χριστόφκια για πολλά πράματα. Εκατάφερε μέσα σε 10 χρόνια, να καταστρέψει την προσπάθεια που έγινε για την λύση του Κυπριακού που τες προηγούμενες κυβερνήσεις, εθκιάλεξε να αδιαφορήσει τζαι να προτιμήσει την ασφαλή οδό τζαι τες προσωπικές του φιλοδοξίες σε στιγμές που έπρεπε να πάρει δύσκολες αποφάσεις, εξέθαψε τον παράλογο τζαι ξεχασμένο Εθνικισμό τζαι τες Μακαριακές αντιλήψεις τζαι εκόττισε μας τα στο πρόσωπο του Τάσσου με αντάλλαγμα την εξουσία. Σε ένα άλλο επίπεδο, ήταν ξεροτζιέφαλος, κολλημένος στες απόψεις τζαι τες ιδεολογίες του παρελθόντος, έβαλλε το κόμμα, την εξουσία τζαι τες απόψεις του πάνω που το κοινό καλό τζαι την κοινή λογική τζαι έκαμε ασυγχώρητα λάθη όσον αφορά το Μαρί τζαι την οικονομία.

Εν εθελοτυφλία τζαι παραλογισμός όμως να λαλούμε ότι φταίει ένας για την κατάσταση. Τούτη η κοινωνία εν δουλεύκει σωστά τζαι η ευθήνη εν συλλογική. Τζαι παραπάνω φταίμε εμείς που ανεχούμαστεν τους αχάπαρους.


03
Φεβ 14

Ο Δήμος

Επερπατούσα να πάω έσσω το μεσημέρι να φάω. Όπως ήμουν αχάπαρος, έχασα την γή κάτω που τα πόθκια μου τζαι ευρέθηκα, φαρδύς, πλατύς σε μια λάντα με λάθκια. Ετυλίξαν με τα νεύρα τζαι η αγανάκτηση. Που τζιαμέ που επερπατούσα χαρούμενος, σκεπτόμενος το λουβί που με επερίμενε σπίτι, εβρέθηκα ολοπούρπουλλος βουττημένος μες τα λάθκια, όπως το ξεσιειλισμένο το τάγκι. Επία έσσω, άλλαξα τζαι χωρίς να φάω εστράφηκα πίσω στον τόπο του εγκλήματος να πιάσω στο δημαρχείο να κάμω το παράπονο μου.

Ήμουν στην αναμονή για κανένα λεπτό. «Ως τζαι ο αυτόματος τους τηλεφωνητής ακούετε να βαρκέται που ζιεί» εσκέφτηκα. «…για να συνδεθείτε με την τηλεφωνήτρια..πατήστε το μηδέν» εσυνέχισε η ηχογραφημένη φωνή καλωσορίσματος. Επάτησα το μηδέν τζαι επερίμενα στο ακουστικό ακόμα λλίο, ώσπου τζαι σήκωσε το μια κοπέλλα.

«Ναι» είπε μου τζαι ένιωσα όσο άσιημα εννα ένιωθα αν εσύκωννα κάποιον που το κρεβάτι η ώρα 2 το πρωί.

«Χαίρεται» λαλώ της. «Ναι» απαντά μου ξανά. «Ήντα κέρατο» λαλώ που μέσα μου «μόνο ναι λαλεί τούτη; Άμπα τζαι έκαμα κανένα λάθος στα κουμπιά;». «Τι είναι εκεί;» συνεχίζω. «Ο δήμος» απάντησε με το ίδιο βαριεστιμένο τζαι άτονο ύφος.

Ο δήμος ακούεις. Ποιος δήμος; Σάννα τζαι ένα δήμο έσιει η Κύπρος. Ας μου ελάλεν «Δήμος τάδε Κύριε μου, μα εν ξέρετε που επιάσετε;» να με προσβάλει πως είμαι αχάπαρος. Να νιώσω όμως ότι κρατά πλάσμα ζωντανον το τηλέφωνον στην άλλη μερκά της γραμμής τζαι όχι υπνοβάτης.

Εν πάσει περιπτώση, εκατάλαβα ότι επροσπαθούσε να μου δώσει όσο πιο λλίη ανταπόκριση εγίνετουν για να διαρκέσει τζαι η συζήτηση μας ακόμα λλιότερο. «Θέλω να κάμω μια καταγγελία. Εν μαζί σας που πρέπει να μιλήσω;»

«Ναι» απάντησε μου ξανά τζαι έχασα κάθε ελπίδα για οποιαδήποτε ουσιώδη συζήτηση. Καλύτερα να έπιαννα κουβέντα με τον αυτόματο τηλεφωνητή, τουλάχιστον μαζί του υπήρχε μια κάποια υποτυπώδης αλληλεπίδραση.

«Έσιει μια οικοδομή δαμέ, τζαι εσιωνόσαν κάτι τάγγια με λάδι μες το δρόμο τζαι πας τα πεζοδρόμια. Έγλιασα πριν, τζαι λλίο έλειψε να σκοτωθώ. Έσιει δημοτικό δαμέ κοντά, νηπιαγωγείο, κυκλοφορούν κοτζιάκαρες, εννα έχουμε ατύχημα αν δεν το καθαρίσει κάποιος σύντομα.»

–          Εντάξει

–          Εντάξει, τι; Εννα στείλετε κάποιον να το καθαρίσει;

–          Ναι

–          Αφου εν σας είπα την οδό.

–          Ποια είναι η οδός;

–          Όδος Τάδε, πίσω που το ταχυδρομείο

–          Εντάξει

–          Έσιετε υπόψην το περιστατικό; Έπιασε σας κανένας άλλος;

–          Όχι

–          Εννα στείλετε κάποιον σήμερα;

–          Μάλλον

–          Ποια είναι η όδος είπαμε πρίν;

–          Τάδε

–          Ευχαριστώ, γειά σας.

–          Γειά σας.

Εκλείσαμε, χωρίς να είμαι βέβαιος αν εσυνεννοηθήκαμε. Ως την επομένη το απόγευμα, ο δρόμος ήταν ακόμα ολόλαδος τζαι εγώ εμάλλωνα με τον υπεύθυνο του εργοταξίου για να το καθαρίσουν.


26
Ιάν 14

Father

«Προσπαθούν να με γελοιοποιήσουν!», είπε προχτες στην τηλεόραση ο CEO/CFO της Εκκλησίας Κύπρου. «Σοβαρομιλά τωρά;» εσκέφτηκα μόλις το άκουσα. «Θέλει τζιαι βοήθεια για να γελοιοποιηθεί τούτος ο άνθρωπος;»

Να παραβλέψω το γεγονός ότι εν αρχηγός μιας οργάνωσης που φορεί μαύρα, ολόσωμα φουστάνια τζιαι μια φάουσα χρυσαφικά. Σε ένα άλλο σύμπαν, εννα εμπορούσαμε να πούμε ότι εν cult, σε γκέτο του Χάρλεμ, που λατρεύκει τον Μπάτμαν, αλλά ΟΚ, στην κοινωνία που ζούμε εμάθαμε να το αποδεχουμαστε ως φυσιολογικό. Επίσης εν θα εμβαθύνω στο γεγονός ότι πιστεύκει σε κουφάες που μιλούν, ανθρώπους με φτερά, τζιερκά που αφτέννουν μόνα τους τζιαι ακούει φωνές που αόρατους ανθρώπους στον ουρανό.

Αν έρκουμουν σήμερα τζιαι ελάλουν σας ότι εγνώρισα μια φυλή στην Αφρική, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οι παραπάνω θα ελαχταρούσαν που τα γέλια. Άμα βάλεις τον χαρακτηρισμό, εκκλησία τζιαι θρησκεία μπροστά, θεωρείται φυσιολογικό. Φυσικά τούτα αποτελούν μέρος ενός άλλου παραλογισμού που έννεν το θέμα του άρθρου μου.

Φκαίννει να μιλήσει στην τηλεόραση τζιαι λαλεί ότι του κατεβεί. Ένας εθνάρχης που ψάχνει γολγοθά για να ανεβεί, μήπως το βράδυ τον δείξουν την TV. Το τελευταίο διαμάντι, εν τζείνο που εμιλούσε για το ΕΛΑΜ, σάννα τζιαι εν ο προσκοπικός σύνδεσμος Στροβόλου. Ούτε πως την προηγούμενη εβδομάδα, μέλη του αδελφικού τους κόμματος εσφάξαν  ένα κοπελλούι στην Ελλάδα, επειδή εν τους εκάθετουν.

«Ο θεός είπε να αγαπούμε αλλήλους και τους αγαπούμε, αυτούς τους…»

Δαμέ έσφηξε τα δόντια του, έσμιξεν τα φρύθκια του τζιαι εκοτσίνησε σάννα τζιαι έφαε χαλασμένο πιπερούι

«…τους παρείσακτους, τους μετανάστες. Αλλά να παν πίσω στην χώρα τους».

Μιλούμε καμιά επαφή με τζείνα που εδίδαξεν ο Χριστός, δικό του ευαγγέλιο, δική του θρησκεία. Ριμίξ μπαι Χρυσόστομος. Σάννα τζιαι έννεν για πλάσματα που μιλά, σάννα τζιαι εν για χτηνά.

Άκουσα τον, τζιαι αναουλιάστηκα, να μεν χαρώ. Εμαράζωσα, εθύμωσα, όχι μαζί του. Με το γεγονός, ότι η πελλάρα που είπε, εννα ξεκινήσει να χρησιμοποιήται σαν επιχείρημα για να καλύψει ο κάθε αχάπαρος τες ρατσιστικές του αντιλήψεις. Τζιαι σε ένα άλλο επίπεδο, ήταν ούλλα τα κανάλια που πάνω του με τα μικρόφωνα, τζιαι εκουγκιούνταν ποιος εννα γράψει την δήλωση πιο καθαρά. Άμπα τζιαι μείνει καμιά κοτζιάκαρη να μεν δει το κανάλι τους τη νύχτα.

Εκαταντήσαμε να τον θωρούμε παραπάνω που τον Τσουρούλλη, όπου γυρίσεις κανάλι εν τζιαμέ τζιαι κάμνει δηλώσεις. Εν ξερώ, «γράφει στο γυαλί» που λαλούμε, «έσιει το αστέρι»; Για κάποιο λόγο τελοσπάντων τα κανάλια λατρεύκουν τον. Για την παιδεία λαλέι μας, για την οικονομία, για τον ρατσισμό. Μόνο για την θρησκεία εν λαλεί.

Τζιαι επανέρχομαι στο αρχικό μου ερώτημα. Χρειάζεται βοήθεια για να γελοιοποιηθεί τούτος ο άνθρωπος; Εν τα καταφέρνει μια χαρά τζιαι μόνος του;


28
Δεκ 13

Ελληνικά

‘Οσσον τζαι έκατσε στην ξύλινη, κουνιστή καρέκλα εθυμήθηκε ότι εν ελάθκιασε την σαλάτα. Εχάδεψε, τες στρογγυλές, σκαλιστές άκρες των σιερκών τζαι εσηκώθηκε αποφασιστικά. Εμέτρησε 3 κουταλιές της σούππας, λάδι που το καλό τζαι έσφιξε μισό λεμόνι. Η γενέκα του επερίπαιζε τον αμα τον εθώρε να ετοιμάζει τα σαλατικά.

«Η σαλάτα θέλει ένα σπάταλο στο λάδι, Γιώργο. Σε λίγο θα το μετράς με το σταγονόμετρο εσύ».

Ο Γιώργος συνήθως εμαίρευκε, τζείνη εν ήταν ποττέ καλή τζαι ούτε της άρεσκε. Μπορεί καμιά φορά να ετοίμαζε κανένα σάντουιτς, αλλά ως τζιαμέ. Ως επι το πλείστο, εσούζετουν πάνω στην καρέκλα, έκαμνε του παρέα τζαι εκάπνιζε κάτι τσιγάρα λεπτά τζαι μακριά. Τα μαξιλάρκα της καρέκλας, μυρίζουν ακόμα, τσιγάρο τζαι άρωμα.

Άκουσε τα ξύλινα σκαλιά της πίσω σκάλας να κτυπούν γλήορα. Τα βιαστικά βήματα του γιού του, όπως τες σφαίρες της τουρτούρας. Ψηλός, λιγνός, άχαρος με καστανόξανθα, ακούρευτα μαλλιά. Επικίνδυνα κοντά στα 30 του χρόνια, για κάποιο που μινήσκει με τον παπά του τζαι ππέφτει στο παιδικό του δωμάτιο.

Εφόρεν το φωσφοριζέ, κίτρινο γιλέκο του δήμου τζαι που κάτω, μια φανέλλα μαύρη με μπλέ έντονα γράμματα.

Ο Γιώργος εζάβωσε το δείν του, εβλεφάρισε τζαι ερώτησε απορημένος, με μια δόση ειρωνείας στην φωνή του. «Ήντα που εν τζείνη η φανέλλα που φορείς;»

«Εγόρασα την που τον σύλλογο. Ήντα που έσιει;» απάντησε αδιάφορα ο Αντωνής.

«Εν σου είπαν τίποτε οι συναδέλφοι σου που φορείς έτσι φανέλλα στην δουλειά;»

«Σιγά να μεν κόψει τους συναδέλφους μου, τι φορώ την ώρα που κόφκω εισιτήρια του πάρκινγκ.»

«Ρε Αντωνή, τι σημαίνει ‘Μένω Κύπρο, Μιλάω Ελληνικά’. Γιατί πρέπει να το γράφει η φανέλλα σου;»

Με γεμάτο το στόμα ραφκιόλες, ο Αντωνής είπε. «Εγεμώσαμε πουτούντους ξένους. Ούλλες οι ράτσες εσυνακτήκαν δαμέσα. Τωρά το καλοτζαιρί, εν φαντάζεσαι πόσες τιτσιρόκωλες Εγγλέζες τζαι Σουηδέζες έρκουνται στην θάλασσα. Να μεν πω για τους Φιλιππινέζους τζαι τους Αράπηες. Είμαστεν Έλληνες, τούτος ο τόπος εν Ελληνικός. Πρέπει να το δείχνουμε, να είμαστε περήφανοι!»

Ο Γιώργος, έκατσε πίσω στην κουνιστή καρέκλα. Σε μια τελευταία προσπάθεια να αναγκάσει το γιό του να σκεφτεί λογικά, ερώτησε. «Καλά ρε Αντωνή, σε ποιους απευθύνετε το μήνημα;».

«Σε τούτους ούλλους τους κουβαλητούς, ρε παπά!» επολοήθηκε ο Αντωνής τζαι εφάτζησε το πιρούνι πας το πιάτο.

«Ε, πως θα θκιεβάσουν την φανέλλα, αμα εν μιλούν Ελληνικά ρε χρυσέ μου γιέ;»

«Να μάθουν να μιλούν, άμα εν στην Κύπρο. Δαμέ τούτη τη γλώσσα μιλούμε!» απάντησε ο γιός του, τζαι εσυνέχισε να ρουφά βιαστικά το μεσημεριανό του.

Εβουλιαξε στα μαξιλάρκα, επαραδόθηκε στην ζεστή, γνώριμη μηρωθκιά της γενέκας του. Ένιωσε ξανά ότι εν μάταιο να συνεχίσει την συζήτηση.


19
Δεκ 13

Οι ξένοι του χωρκού

Στην πανέμορφη πλατεία του Παλαιχωρκού οι γέρικοι πλάτανοι κάμνουν σκιά στους θαμώνες των τριών καφενέδων. Κάτω που το οσσιόν, έγυρα πίσω τζαι απόλαυσα μπύρες παγωμένες τζαι νερό καθαρό, σιόνι που τες φουντάνες του χωρκού καμπόσες φορές.

Να μεν τα πολλολοώ, άρεσκει μου τόσο πολλά. Τόσο πολλά, που είπα να πάω τζαι την νύχτα που θα είσιεν συναυλία του συγκροτήματος «Μεσόγειος». Πιάννω λοιπόν την φαμίλια μου, την Παρασκευή το δείλις, τζαι επήα που νωρίς στην πλατεία για να πιάω τραπεζούι.

Η πλατεία, στρωμένη, συσταρισμένη. Τα τραπεζούθκια στοιχιμένα, σάννα τζαι θα εγίνετουν γάμος. Πάω σε ένα καφενέ «Καλησπέρα» λαλώ. «Τα τραπεζούθκια εν κρατημένα οξά να κάτσουμε όπου έβρουμε;». Ο ιδιοκτήτης του καφενέ, είδε με ένα ύφος απορίας αλλά τζαι συγκρατημένου πανικού. Που εβρέθην τούτος τωρά να μας χαλάσει, τόσο συστάρησμα, τόση προετοιμασια;

«Που να τον κάτσω;» πρέπει να εσκέφτηκε.

«Κουμπάρε» λαλεί μου «τα τραπεζούθκια εν ούλλα κρατημένα». «Αφού προχτές αρώτησα την κορού που δουλέφκει δαμέ» είπα «τζαι είπε μου ότι εν χρειάζεται κράτηση».

Τότε επαίχτηκε η ερώτηση κλειδί. «Πόθθεν έρκεστε;» λαλεί μου. «Είμαστε Λευκωσιάτες» απάντησα.

Εσυκώθην πάνω ο καφετζιής τζαι εδιάταξε «Κάτσε κουμπάρε τζιαμέ, τζαι εννα σε κανονίσω». Μέσα σε 5 λεπτά, εστύθηκε τζαινούρκο τραπέζι για να κάτσουμε. Εταράξαν ποτζεί, εκουντήσαν ποδά, στο τέλος εκανονίσαν μας.

«Κορού» εφώναξε «έλα να πιάεις παραγγελία που τους ξένους μας».

Ακούωντας την λέξη τούτη, ένιωσα μιαν παρυορκάν τζαι γιατί όχι, μια κάποια περηφάνια που είμουν κομμάτι τούτης της κοινωνικής συνδιαλλαγής. Τζαι όμως, σε τούτο το χάος που ζούμε, στα χωρκά μας, υπάρχει ακόμα η έννοια του ξένου, που έρκεται στον τόπο μας τζαι πρέπει να του φερτούμε άψογα.

Το χωρκό, γίνεται ένα μεγάλο σπίτι, οι χωρκανοί μια οικογένεια τζαι ο οικοδεσπότης πρέπει να φροντίσει να σου προσφέρει ούλλες τες ανέσεις, να μεν φύεις κακοφανισμένος τζαι να κακολοείς το χωρκό ύστερα.

Την ώρα του φαγιού, ανάμεσα σε μουσική, χορούς τζαι ποτό, επήα να βάλω πατάτες του φούρνου. Έτυχε τζαι εσυκώνναν τα, να τα φυλάξουν. Μόλις με είδε ο μάγειρας, εκούμπησε πίσω την πιατέλλα τζαι λαλεί μου «Είσαστε οι ξένοι μας εσείς; Έτσι πατάτες, δεν θα ξαναφάεις κουμπάρε.» είπε μου. «Να έρτετε όμως καμιά καθημερινή, που εν θα έσιει έτσι παναύρι, να σας τραττάρουμε όπως πρέπει».

Είδα τον, εχαμογέλασα του τζαι εφάτζιησα του φιλικά στην ράσιη. «Να είσαι σίουρος ότι θα ξανάρτουμε, κουμπάρε» είπα, τζαι έκατσα να απολάυσω μια όμορφη βραδιά που εμύριζε Κύπρο που παντού. Που τα πλατάνια, τες πατάτες τζαι τη σούβλα ως τα γιασεμιά, τα τριαντάφυλλα τζαι την φωνή της Βασιλικής.