Μέρα 12η

Αγαπημένη μου Ρέα

Οι μέρες κινούνται με αβάσταχτα αργούς ρυθμούς. Κάθε λεπτό, κάθε ώρα, εν σαν τούβλο φορτωμένο στα ζινίσια μου. Νιώθω σταματημένος, σαν άγαλμα σε πλατεία που τα πάντα γυρόν του βουρούν ασταμάτητα τζαι τζείνο εν ακίνητο στη μέση σαν κάτι να σκέφτεται. Σαν κάτι να περιμένει.

Ίσως τζείνο που μου εδιούσε δύναμη τόσο τζαιρό ήταν η αναμονή μου. [Τζαι το ότι γράφω σου τούτα τα γράμματα, ξέροντας ότι μια μέρα έννα τα θκιαβάσεις τζαι έννα καταλάβεις γιατί έκαμα ό,τι έκαμα.]
Επερίμενα να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να εφαρμόσω το σχέδιο μου. Τούτη η ελπίδα εβοηθούσε με να ανέχουμαι ούλλες τες μαλακίες που γίνουνται δαμέσα. Λαλώ σου, το σιειρόττερο ναρκωτικό, εν η ελπίδα. Τζαι επιβεβαιώνω σου ότι το σύνδρομο στέρησης της ελπίδας εν σιειρόττερο που οτιδήποτε άλλο μπορείς να νιώσεις.

Έπαιξε πολλύ ρόλο το ότι εμίλησα με τον Μπέντζυ. Ήμουν σίουρος ότι τούτος ο άνθρωπος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, η επέκταση της λογικής μου. Ακόμα νιώθω ότι για κάποιο λόγο το σύμπαν έβαλε μας μαζί σε τούτη τη φυλακή. Απλά μετά που την κουβέντα μας, είμαι χαμένος. Εν ξέρω πώς να διαχειριστώ την συνύπαρξη μας.

Επλησίασα τον μια μέρα στο πρόγευμα. Έκατσα δίπλα του. Εν εγύρισε να με κοιτάξει, εσυνέχισε συγκεντρωμένος να διαβάζει το βιβλίο του. «Ο Καπετάν Μιχάλης» εθκιάβασα στο εξώφυλλο. Εμπήκα ολόισια στο θέμα τζαι είπα «Έχω ένα σχέδιο που έννα μας φκάλει που δαμέσα. Μόνος μου εν είμαι σίουρος ότι έννα τα καταφέρω. Αν με βοηθήσεις όμως, θα είμαστε έξω που τούτον τον γουμά μέσα σε μια εβδομάδα.»
«Τι σε κάμνει να νομίζεις ότι έννα σε βοηθήσω;» απάντησε με μια φωνή, που έμοιαζε να ταξιδεύκει πάνω που ήσυχο ρυάκι στο δάσος. «Έσιει κανένα που θέλει να μείνει δαμέσα;»
«Εν μπορώ να σου απαντήσω για ούλλο τον κόσμο. Μπορώ να σου πω όμως ότι η φυλακή ίσως να εν το μέρος που μας αξίζει. Ότι η κοινωνία, με το δίκιο της μας έκλεισε πίσω που τα κάγκελα. Ότι ίσως, να μεν μπορούμε ποττέ να ζήσουμε τζιαμέ έξω, να προσαρμοστούμε. Ότι η αγωνία μας για να φύουμε που δαμέ, να γλυτώσουμε τάχα, γεννιέται που καθαρό εγωισμό.» Εσήκωσε την κκελλέ του που το βιβλίο τζαι εκοίταξε με στα μάτια. Εν θα ξεχάσω τούτο το βλέμμα. Τα λόγια του ερέσσαν μέσα που τα μάθκια του τζαι εχαράσσαν την ψυσιή μου.
«Πριν με ρωτήσεις εμένα αν θα σε βοηθήσω να δραπετεύσεις. Ρώτα τον εαυτό σου πρώτα. Αξίζει σου να είσαι έξω που την φυλακή;»

Έσιει που τζείνο το πρωί που το σκέφτουμαι. Ο νους μου εν μια νεκατωσιά τζιαι ακόμα εν έχω απάντηση. Σιγά-σιγά έννα σου γράψω τι έγινε τες μέρες πριν να με κλείσουν δαμέσα τζαι ίσως να με βοηθήσεις εσύ.

Με αγάπη,
Ουρανός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *