RSS
 

Η ταινία (μέρος δεύτερον)

16 Μάι

Εκτός που την ενοικίαση, υπήρχαν τζαι άλλες παράμετροι, το ίδιο σημαντικές, που έπρεπε να κανονιστούν πριν να έρτει η κρίσιμη μέρα. Κατ’ αρχήν, υπήρχε η συζήτηση για το χώρο προβολής της ταινίας καθώς τζαι για την ώρα προβολής της. Φοβούμενοι ότι μπορεί να μας πιάσουν στα πράσα, κανένας δεν ήθελε να φιλοξενήσει το γεγονός σπίτι του.

Αποφασίστηκε μετά από πολλή συζήτηση, να γίνει σπίτι του Στέλιου. Υπήρχε κίνδυνος να μας έβρει η γιαγιά του, η οποία πάντα υποψιάζετουν αμα εκάμναμε καμιά λαθκιά, τζαι έκαμνεν εφόδους. Είμαστε όμως διατεθειμένοι να πάρουμε τα ρίσκα μας.

Βλέποντας πίσω, εντυπωσιάζει με το ότι εκαταστρώναμε ένα τόσο μεγάλο σχέδιο για κάτι που εν ήταν τζαι τόσο σημαντικό στο τέλος της ημέρας. Ναι, ήταν μια ταινία με τιτσίρες αλλά, σίουρα εν θα ήταν η πρώτη που θα εβλέπαμε. Ούλλοι είχαμε δει παράνομες κασέττες, που εκυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι. Μόνοι μας, κρυφά στον δικό μας χρόνο, είχαμε δεί πολλά τζαι διάφορα.

Νομίζω ότι, το κίνητρο πίσω που την κινητοποίηση μας ήταν όχι μόνο το συναίσθημα της παρανομίας. Ήταν το συναίσθημα της συλλογικής παράβασης των κανόνων τζαι της χειραγώγησης του συστήματος. Για πρώτη φορά, κάποιος που εμάς εμπορούσε να μπει σε ένα κατάστημα τζαι να αγοράσει κάτι το οποίο μέχρι πολλά πρόσφατα δεν εμπορούσε να αγοράσει νόμιμα.

Οι μέρες τζείνες, αποτελούσαν ένα κομβικό σημείο για την ζωή όλων μας. Μέσα που την νόμιμη κίνηση του Αντώνη, εμπορούσαμε να δούμε τους εαυτούς μας να ενηλικιώνονται τζαι να κάμνουν όσα απαγορεύονται στην εφηβεία. Εβλέπαμε τους εαυτούς μας να αγοράζουν τσιγάρα, να πίνουν ποτό, να διαβάζουν περιοδικά με τσόντες. Τζαι ούλλα, χωρίς να ρωτήσουν κανένα.

Την επομένη λοιπόν που τα γενέθλια του, ο Αντώνης ενοικίασε την κασέτα της αμαρτίας. Η καρδία μας εφάκκαν όπως του λαγού την ώρα που εμπαίναμε σπίτι του Στέλιου για να την βάλουμε να την δούμε.

Εκλείσαμε τις κουρτίνες τζαι ο Στέλιος έκατσε κοντά στο παράθυρο για να ποσιεπάζει άμπα τζαι αποφασίσει η γιαγιά του να μας κάμει έφοδο. Εβάλαμε την ταινία λοιπόν τζαι ενθουσιασμένοι επεριμέναμε να ξεκινήσει μια σεξουαλική παρέλαση χωρίς προηγούμενο.

Η ταινία διήρκησε, 90 λεπτά. Στο τέλος της ταινίας, έδειξε μια κοπέλα που πίσω, να φκαίνει γυμνή που το μπάνιο, για κάποια δευτερόλεπτα. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι υπήρχε πριν που τζείνη την σκηνή αλλά ήταν η μοναδική στην ταινία που να είσιεν γυμνό.

Απογοητευτήκαμε. Το σχέδιο όμως επέτυχε, έστω τζαι αν η ταινία αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων. Εσυμφωνήσαμε να περιμένουμε τον Αντώνη να γίνει 18 τζαι εφκήκαμε έξω να παίξουμε μπάσκετ.

 

Η ταινία (μέρος πρώτο)

13 Μάι

Εμεγάλωσα σε μια εποχή, οι δρόμοι ήταν σχεδόν ακίνδυνοι ττζαι οι ανθρώποι λλιότερο φοιτσιασμένοι. Τα σπίθκια της γειτονιάς μου, χαμηλοτάβανες, μονοκατοικίες, χωρίς πεζοδρόμια. Με αυλές γεμάτες δεντρά, φκιόρα σε γλάστρες ττζαι ττέλλενους φράκτες.

Νεαρές οικογένειες, που εκατεβήκαν μετά τον πόλεμο στες πόλεις για να δοκιμάσουν μια άλλη ζωή, εκτός του χωραφκιού τζαι της φάρμας, εφέραν συνήθειες που δύσκολα βρίσκεις σήμερα. Εφυτεύκαν χόρτα για να έχουν να κόφκουν στην σαλάτα, κάποιοι εδιατηρούσαν γουμάες με όρνιθες ή σιοιροκούνελλα τζαι κουνέλλια. Οι παραπάνω εκάμναν πολλά κοπελλούθκια.

Έτσι λόγω των συμπτώσεων που έφερε η εξέλιξη της Κυπριακής κοινωνίας, εμεγάλωσα σε μια γειτονιά με πολλούς μιτσιούς, σχετικά συνομήλικους. Τα απογεύματα, που εφκένναμε να παίξουμε στα χωράφκια της γειτονιάς μας, εδημιουργούσαμε πανζουρλισμό, παναύρι.

Καμιά δεκαρκά ροκόλοι, εμεγαλώσαμε μαζί, εγινήκαμε έφηβοι μαζί. Μαζί εδοκιμάσαμε τσιάρο τζαι φυσικά, την ίδια εποχή αρκέψαμε να συναρπαζόμαστε που τα στήθη των κορούων γυρώ μας τζαι να πειράζουμε τες μιτσιές που εφκαίνναν για περίπατο. Οι ορμόνες μας εφτάσαν στην ακμή τους, το ίδιο καιρό.

Τα πράματα ήταν πιο δύσκολα τότε, εν υπήρχε ίντερνετ ούτε συνδρομιτική τηλεόραση. Το γυμνό που είχαμε, ήταν κανένα βυζί που έφευκε της Καρυοφυλιάς στα «Βαμένα κόκκινα μαλιά». Πολλά πράματα, εκατοικούσαν στα όρια της φαντασίας μας. Οι τρόποι να ξεδώσουμε, περιορισμένοι. Ίσως να ήταν πιο ρομαντικά τότε.

Όπως τζαι να έσιει, ο Αντώνης, ήταν ο πιο μεγάλος μας. Ετύγχεννε σεβασμού τζαι απεριόριστου θαυμασμού στην παρέα. Έτσι, η ανακοίνωση που μας έκαμε λλίες μέρες πριν να κλείσει τα 17α του γενέθλια, ήταν κοσμογονικής σημασίας.

Εμαζεφτήκαμε κάτω που το καλάθι του μπάσκετ τζαι εκάτσαμε χαμέ. «Κοπέλλια, την άλλη εβδομάδα κλείω 17», είπε μας. «Στο βίτεοκλαπ, στην Παλλουρκώτισσα, έσιει μια κασέττα που έσιει όριο 17 τζαι πάνω. Μπορεί να μέννεν πορνό, αλλά, για να έσιει όριο 17 σίουρα εννα εν κάτι παρόμοιο».

Στα αυτιά μας ακούστηκε απίστευτο, πολλά καλό για εν αληθινό. Ττζαι όμως, με δέκα σελίνια τζαι μια βόλτα με τα ποδήλατα σε λλίες μέρες θα εμπορούσαμε να κάτσουμε να δούμε ταινία, που ίσως να έδιχνε τιτσίρες, για πάνω που 2 δευτερόλεπτα.

Τα λεφτά εμαζευτήκαν πριν να σκεφτούμε οτιδήποτε άλλο. Σελίνι, σελίνι μέσα σε ένα απόγευμα εμαζέψαμε μια λίρα. Αρκετα για νοικιάσουμε την κασέττα, αλλά τζαι για να νοικιάσουμε δεύτερη αν ο Αντώνης έβρισκε καμιά άλλη που να μεν επρόσεξε την προηγούμενη φορά.

Είχαμε λοιπόν καταστρώσει ένα απλό αλλά εντυπωσιακά αποτελεσματικό σχέδιο. Το μόνο που έμενε ήταν να περιμένουμε τα γενέθλια του Αντώνη. Επεριμέναμε με πάθος τζαι ανυπομονησία, όπως οι κοτζιάκαρες περιμένουν τον καλό λόο το Πάσχα.

 

Αχ, Μαρούλλα

10 Μάι

«Λοιπόν, Κύριε Γιώργο μου. Θέλω να μου βάλεις, λλία λεμόνια». Προσεκτικά, με τες άκρες των δακτύλων της έπιασε ένα μαντορίνι που την κάσια. «Εν τα Ισραηλίτικα, τούτα οξα εν ποτζείνα τα φτείρικα τα Κυπριακά;»

«Έχω εγώ σκάρτο πράμα , Μαρούλλα μου; Εν Κυπριακά τα μαντορίνια. Καθάρισε ένα, να δοκιμάσεις τζαι αν δεν γλυκάνει το δόντι σου, χαρίζω σου μια τσέντα να κάμεις χυμό». Η Μαρούλλα έσμιξε τα σιείλη της σε ένα χαμόγελο τζαι εδίκλισε πάνω στον Γιώργο όπως την κάττα την καμωματούσα. Του Γιώρκου, εσβήσαν τα μάθκια του για μια στιγμή, η καρκιά του έχασε ένα – θκύο χτύπους τζαι ένωσε την αναπνοή του να φκαίννει κελαριστά, που μέσα στο στομάσιη του.

«Αχ, Μαρούλλα» εσκέφτηκε τζαι άνοιξε την σακκούλλα να την γεμώσει λεμόνια. Που μακριά, είδε την γενέκα του που τον εζαοθώρε. Έκαμε πως εν εκαταλάβε. Που κάτω, που κάτω όμως επαρακολούθαν την που του εκόντεφκε.

«Εν τίποτε κουτσή, οξά στραβή η κοκόνα τζαι εν μπορεί να γεμώσει τες τσέντες μόνη της» είπε του μες το αυτί, σιυφτή που πάνω του με τα σιέρκα στην κόξα, όπως τον πασά του Σαραγιού. «Τωρά ήρτεν που την νυχού ρε Ελένη. Ύνταλως κάμνεις ολάν τζαι εσού, να μαλλώσω με την πελάτισσα σιόρ;»

Εξερόβηξεν η Ελένη «Πάω να σισταρίσω το ψυγείο. Έχω σου δείν, α. Όι να την αφήκεις να φύει χωρίς να πιερώσει πάλε». Ο Γιώρκος έκαμε πως εν άκουσε τζαι με το μισό του μάτι εθώρεν την που απομακρύνετουν. Με το άλλο μισό του, εθώρεν την Μαρούλλα να περιεργάζεται μισο-σιυφτή κάτι καφέδες.

Η Μαρούλλα, μια καλοστεκούμενη σαρανταπεντάρα. Ένα κομμάτι πυλός το κορμί της. Ο χρόνος ρέσσει που πάνω του τζαι χαδεύκει το, πλάθει το, σμιλεύκει του τες καμπύλες τζαι αφήνει το κάθε φορά πιο όμορφο. Μελαχρινή, σαν την κουβερτούραν του γαλάτου τζαι το στήθος της να φαίνεται στο ντεκολτέ του κλαδωτού της φουστανιού.

Ο Γιώρκος, σαν τον σιύλλο που πιάννει μαλαΐν, επροχώρησεν προς το μέρος της. Έπιασε την που την μέση τζαι εγύρισε την πάνω του. Για ένα δευτερόλεπτο, ένωσε την να αφήνεται, να μεν αντιστέκεται τζαι χωρίς να πει κουβέντα εκόλλησε τα σιείλη του πάνω στα δικά της.

Τα λλία δευτερόλεπτα που έμεινε να τον φιλά, ως τα αμματόφυλλα του, το κορμί του ούλλο επετάλλισε. Ώσπου να τον κουντήσει πίσω, να του σφυρίσει τον πάτσο μες τα αυτιά τζαι να τον αφήκει σύξυλο δίπλα που το σταντ με τα τσίπιτος να την θωρεί να ξομακρίζει.

Έκλεισε τα μάθκια του. «Αχ, Μαρούλλα», είπε. Ανοίγοντας τα, είδεν την Ελένη που τον εθώρεν, χασκιασμένη.

 

Η Λαλέ.

08 Μάι

Μόλις είδε το μωρό η κόρη μου, επετάχτηκε κάτω τζαι εβούρησε να την ελέγξει. «Παιδάκι, παιδάκι!» εφώναξε μου, με ύφος συνεπαρμένο τζαι απορημένο, αφού εγώ δεν έδειχνα τον ίδιο ενθουσιασμό με τζείνη. Άλλωστε για μένα, ήταν ακόμα ένα μωρό. Για την κόρη μου, ήταν μια ευκαιρία για παιγνίδι τζαι γνωριμία.

Το άλλο το μωρό ήταν πιο μικρό. Επερπατούσε με την βοήθεια της μάμας του τζαι είσιεν έντονο το ύφος του, ότι ούλλα εν καινούργια τζαι εντυπωσιακά. Το ύφος που όσο περνούν τα χρόνια σβήνει που το πρόσωπο μας. Όσο πιο μικρό εν το μωρό, τόσο πιο χαρακτηριστικό τζαι το ύφος.

Στους δώδεκα μήνες, το μωρό κάμνει ένα βήμα μόνο του τζαι γυρίζει την κκελλέ του ποτζεί, ποδά να δει αν αντιλήφθηκε κανένας άλλος το κοσμογονικό γεγονός. Στους είκοσι μήνες, θωρεί ένα γατάκι τζαι φωνάζει σε ούλλους να το δουν. Μεγαλώνοντας η μαγεία του καινούργιου, χάνεται.

Το άλλο το μωρό, ανταπέδωσε τον ενθουσιασμό της κόρης μου τζαι έλαμψε το προσωπάκι της μόλις της εκόντεψε. «Πως σε λένε παιδάκι;» εφώναζε δυνατά η κόρη μου τζαι ούλλο το καφέ εγύρισε να δει το μεγάλο συναπάντημα. Χωρίς να της απαντά, η καινούργια της γνωριμία, εχαμογελούσε τζαι άνοιε τα σιέρκα της να την αγκαλιάσει.

«Πως την λένε;» ερώτησε με στα εγγλέζικα η μάμα της. «Ρέα» απάντησα. «Εμάς, Λαλέ» είπε μου τζαι ολόισια ήρτεν στο νου μου το βυσσινί αγριολούλουδο που φυτρώνει σε ούλλη τη Κύπρο λλιο πριν την Άνοιξη. Στα Τούρκικα είπε κάτι σαν «Λαλέ μου, δώσε ένα φιλάκι της Ρέας» τζαι ολόισια η κόρη της εμούνταρε την δική μου σάννα τζαι εξέραν η μια την άλλη δέκα χρόνια.

Μια ήρεμη, ευφορία εγέμωσε το μαγαζί. Ούλλοι εθωρούσαν τες κόρες μας να αγκαλιάζονται, να γελούν, να ανεμίζουν τα σιέρκα τους τζαι να φωνάζουν η μια της άλλης, τα λλία λόγια που τους εμάθαμε να λαλούν.

Εσκέφτηκα ότι, τζείνη την ώρα, σε τζείνο ακριβώς το σημείο, είμαστε μάρτυρες σε μια που τις πιο αγνές, τις πιο ξεκάθαρες στιγμές στην ζωή ενός ανθρώπου. Θκύο πλάσματα, άκακα, πριν να τα γεμώσουμε τύψεις τζαι μίσος, τζαι πριν να ξεφορτώσουμε πάνω τους τα σύνδρομα τζαι τες προκαταλήψεις μας, εδείχναν το ένα του άλλου αγάπη. Απλή τζαι ανιδιοτελή αγάπη. Μια Τούρκικη τουλίπα τζαι μια Ελληνίδα θεά, αγκαλιασμένες τζαι χαρούμενες.

Ο φίλος μου ο Μπουράκ επέρασε το σιέρι του πάνω που τον ώμο μου «Έχουμε πολλά να μάθουμε που τα μωρά μας», είπε μου. «Μακάρι να μαθαίνουμε εμείς που τα μωρά μας φίλε, όχι τα μωρά μας που εμάς.» απάντησα.

 

Ο γέρος ο Πανίκκος

03 Μάι

Κάθε κανένα, θκύο μέρες, έρεσσε που το φυλάκιο ο Πανίκκος. Γέρος, τραουλλόγερος που ακούεις. Ψηλός, γεροδεμένος, με κίτρινα μαλλιά τζαι κάτι δάκτυλα χοντρά σαν τα λουκάνικα της Πιτσιλλιάς. Πάντα περιποιημένο, το λεπτό του το μουστάτζιη τζαι η βούκκα του γυαλλισμένη σαν το βερνικωμένο το ξύλο.

Εφόρεν κάτι πουκάμισα με μεγάλο κολλάρο, φαίνεται είχαν του μείνει που τον τζαιρό που ήταν νέος τζαι ήταν της μόδας. Ανοιχτά τα τελευταία πάνω κουμπιά τζαι που μέσα κρεμασμένη μια χοντρή, αλυσιδωτή καδένα με μια φάτσα του Χριστού μισή, τζαι ένα σταυρό. Άμαν σου εκόντευκε, εδίαν σου μια χαρακτηριστική μυρωθκιά. Μια ανάμιξη, τραντάνας, μπρίλκριμ τζαι κολόνιας Αττίκα.

Εκράταν μια πατερυμήν τζαι έπαιζε με το ένα σιέρι. «Που τον τζαιρό που έκοψα το τσιάρο ρε κοπέλλια, πρέπει να κραώ κάτι στα σιέρκα μου να ποσκολιούμαι», ελάλεν μας τζαι εχαμογελούσε με νόημα.

Όσο εβρώμεν η αύρα του άλλο τόσο ξιμαρισμένη ήταν η γλώσσα του τζαι το βλέμμα του. Είχαμε ένα σειρά, εφκάλαμεν τον Λάβλι. Ήταν ομορφόπαιδο, σιονάτος τζαι βουκκαρέτινος. Ο γέρος ο Πανίκκος, εθώρεν τον τζαι εσυναγλύφετουν όπως τον κάττο κάτω που το τραπέζι του φαγιού. Θυμούμαι χαρακτηριστικά, να “κουμπά δίπλα μου, έξω που την σκοπιά τζαι να με ρωτά αν «έρεξε καμιά λουμένη» θωρώντας τον Λάβλι τζαι κλώθοντας το μουστάτζιη του.

Που το φυλάκιο, έρκετουν για να κάμνει κουνουσμάν. Ήταν νάκκο λαφαζάνης τζαι έβρισκεν μας εμάς μιτσιούς τζαι διμμένους μες τα άρβυλα να μας λαλεί ιστορίες. Εν τζαι ήταν κακό πλάσμα, μέσα σε ούλλα του τα αΐπια, είσιεν χάζιν ο γέρος τζαι ελάλεν έξυπνες κουβέντες κάποτε.

Έρκετουν συνήθως μεσημέρι, που εσκολάνναν οι φοιτήτριες, τζαι εκάθετουν μαζί μας να κόψουμε κίνηση. Επαίζαμε τάβλι τζαι ετζιερνούσαμεν τον που το φαί της υπηρεσίας. «Εσείς οι μιτσιοί εν εκτιμάτε. Πετάσσετε το φαί του στρατού τζαι παραγγέλλετε ποτούντα ξιμαρισμένα τα σουβλάκια. Που ξέρετε που έβαλλε το σιέρι του ο σουβλιτζίης πριν να τυλίξει τες σιεφταλιές;» έτσι μας ελάλεν τζαι έφκαλλεν που το στήθος του ένα δυνατό γέλιο σμιχτό με βήχα.

Μια μέρα αρωτήσαμεν τον αν εν παντρεμένος. «Ήμουν πριν χρόνια, αλλά επολόγιασε με επειδή αζούλεφκε μου» απάντησε. Είπε του ένας σειράς, «Τζαι εν εγύρεψες να ξαναπαντρευτείς που τότε θκειέ;». «Παίζε το τσιουλλί σου ρε μιτσή» απάντησε ο γέρος «τζαι αν ήταν η γενεκα καλό πράμα, είσιεν να έσιει τζαι ο θεός μιαν.»

Λλίο πριν να απολυθώ, αραίωσεν τες επισκέψεις τζαι τελικά έκοψεν τες τέλειως. Ρωτώντας ποτζεί ποδά, ακούσαμε τη φήμη ότι επαντρεύτηκε μια Φιλιππινεζού που τον έσαζεν τζαι έδεσε τον έσσω.

 

Η Λένια

30 Απρ

«Τούτα τα φαινόμενα του ρατσισμού τζαι του ακραίου εθνικισμού, εμφανίζουνται μέσα που την αστάθεια τζαι την αβεβαιότητα. Άμα υπάρχει κάποιο πρόβλημα, βρέθουνται τούτοι οι τύποι με τες στρατιωτικές παρατάξεις, που υποστηρίζουν ότι η αιτία των προβλημάτων μας εν οι ξένοι.»

Ο Γιώργος άκουε με ενδιαφέρον τον συνάδελφο του. Έγειρε πίσω στην καρέκλα του τζαι έπιασε την σκυτάλη της συνομιλίας. «Φίλε, τούτοι γονατούν πας τον εκνευρισμό τζαι την απελπισία του κόσμου. Δείχνουν εύκολους στόχους τζαι στρέφουν την προσοχή των απλών ανθρώπων μακριά που την πραγματικότητα. Φταιν τους μετανάστες τζαι όχι τους τραπεζίτες τζαι τους πολιτικούς που τρων τόσα χρόνια που το πλευρό μας. Εγώ νομίζω ότι τους πολιτικούς βολεύκει τους η κατάσταση. Βοηθά στο να στρέφουνται τα μάθκια μακριά που τζείνους. Ο λόγος που ήρταμε ως δαμέ, έννεν οι μετανάστες.»

Στην συζήτηση, επενέβηκε η Λένια. «Εν τούτοι οι βρωμοξένοι που φταιν τζαι κανένας άλλος! Εγώ έχω ένα ανιψιό, που έσιει θκυό μωρά. Εθκιώξαν τον που την δουλειά, τζαι επίαν χτίστες που την Συρία. Εκόψαν τζαι τα επιδόματα. Τωρά που εννα πάει να σταθεί ο άνθρωπος; Πως εννα αναγιώσει τα κοπελλούθκια του;». Σαστισμένος, ο Γιώργος εγύρισε πάνω της τζαι ερώτησε την «Τζαι ποιος εν που φταίει, Λένια για τούτη τη κατάσταση;»

Η Λένια εσυκώθηκε πάνω. Τα μμάθκια εγινήκαν θκυο κομμάθκια γυαλί τζαι οι βούτζιες της εκοτζινήσαν όπως τα σίδερα άμα βράζουν. Ανέμισε το σιέρι της τζαι εφώναξε. «Εν τούτη η κυβέρνηση που φταίει, που μας εγέμωσε Τούρκους τζαι αλλοδαπούς τζαι λαθρομετανάστες τζαι πολιτικούς πρόσφυγες. Τζαι εμάς τους Έλληνες άφηκε μας τζαι πεινούμε. Χωρίς στον ήλιο μοίρα.». Εσυνέχισε το λογύδριο της αυξάνοντας την ένταση. Όσο εσιωπούσεν ο Γιώργος, τόσο ένωθε ότι μια αόρατη δύναμη εδίαν της δίκαιο τζαι τόσο παραπάνω εφώναζε. Ένας ποταμός, λέξεων που το μόνο που εξεχώριζε ήταν ξιτιμασιές, κατάρες τζαι σιήλιες φορές ειπωμένα στερεότυπα.

Όπως εμίλαν ο Γιώργος εσυκώθηκε τζαι επήε μες τα μούτρα της. «Κυρία Λένια, τούτη η συζήτηση προσβάλλει με. Ο τζίηρης μου εμένα, ήταν χρόνια μετανάστης.». Ξαφνιασμένη, η Λένια, λαλεί του «Που ήταν μετανάστης ο τζιήρης σου;», λαλεί της, «Στην Σαουδική, στην Λιβύη, στην Νιγηρία. Όπου είσιεν δουλειά μετα το ’74 επήεν. Εκουβάλαν τζαι γενέκα τζαι κοπελλούθκια μαζί.»

Η Λένια άνοιξε το στόμα της, λόγια όμως εν είσιεν να πει. Σάννα τζαι κάποιος επάτησε το mute. Εμετάνωσε τζαι χωρίς να μπορεί να χειριστεί την κατάσταση, έκατσε στην καρέκλα της τζαι εξεκίνησε να πληκτρολογά. Σάννα τζαι εν εσυνέβηκε τίποτε. Ο Γιώργος εθυμήθηκε ένα τοίχο που έγραφε «Οι παππούες μας πρόσφυγες, οι γονιοί μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές».

 

Το Πάρτυ.

10 Απρ

Εδιάβασα, ένα άρθρο που μιλά για ένα πάρτυ. Στην ουσία συνοψίζει διάφορες απόψεις που κυκλοφορούν γυρώ μας, σε ένα χαιρέκακο κείμενο το οποίο κατά την γνώμη μου θέλει να μεταφέρει μια κεντρική ιδέα. Φταίμε ούλλοι.

Φταίμε ούλλοι άρα εν φταίει κανένας.

Θέλει να μας πει ότι έχουμεν ούλλοι ισότιμη ευθύνη για το που εκαταλήξαμε τζαι λλίο, πολλά ότι τόσα χρόνια εππαρταρίσκαμεν πας την ράσιη των άλλων. Τωρά που έφτασεν η ώρα να πλερώσουμε εν μας αρέσκει τζαι ξιτιμάζουμε τους Ευρωπαίους.

Γενικά έσιει πολλή κόσμο που επαναλαμβάνει τούτες τες απόψεις. Αν τζαι η βάση τους φαίνεται σωστή (αλλοίμονο εμείς να μεν εφέραμε καμιά ευθήνη) θεωρώ ότι έχουν μια μεγάλη δόση άγνοιας τζαι ως επί το πλείστον εν γενικευμένες τζαι αβάσιμες.

Εν το «μαζί τα φάγαμε» της Ελλάδας, σε Κυπριακή έκδοση. Μόλις εγίνηκεν το κακό, εξεκινήσαν τζαι οι κουβέντες τούντου στυλ. ‘Eστω τζαι αν μοιάζει παρατραβηγμένο, πηγάζουν που μια προσπάθεια να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο τζαι να τον γεμώσουν ενοχικά συναισθήματα για μια κατάσταση, που ουσιαστικά δεν είσιεν έλεγχο.

Εν θέλω να απαντήσω σημείο επι σημείο στο άρθρο που κυκλοφορεί. Νιώθω όμως ότι η αφέλεια κάποιων συμπατριωτών μου να το προωθούν, προσβάλλει με τζαι θυμώνει με.

Εγώ για παράδειγμα εν ήμουν καλεσμένος σε τούτο το πάρτυ. Τζαι εκτός που κάτι πλούσιους χλεχλέδες που θωρώ, ουτε κανένας που τον περίγυρο μου ήταν. Επίσης εν ξέρω τι διαφορά που έχουν τα λέιπελ του ουισκιού σε διάφορα χρώματα.

Ξέπλυμα χρήματος; Μη εξυπηρετούμενα δάνεια; Ανακεφαλαίωση τζαι μερίσματα; Ξέρω τα που το σχολείο τζαι μέσες άκρες που κανένα έργο. Πόσο μάλλον να είμαι τζαι συνένοχος σε κομπίνα δισεκατομμυρίων.

Εν ξέρω σαν ποιο χτηνό δουλέφκει ο Ευρωπαίος τζιαι αξίζει παραπάνω που μένα, αλλά εγώ δουλέφκω σαν τον γάδαρο που τα δεκαέξι μου. Γιατί έβαλλα τα λεφτά μου στην τράπεζα τζιαι όχι κάτω που το μαουλούτζιν όπως την στέτε μου; Δηλαδή επειδή εφύλαα το μισθό, που ΕΔΟΥΛΕΦΚΑ ΤΖΑΙ ΑΞΙΖΑ, στην τράπεζα, εγίνηκα συνεργός των τραπεζιτών τζαι καλά να πάθω;

Η ευθήνες για την κατάντια μας, εν ανήκουν σε ένα άνθρωπο, ούτε σε μια ομάδα ανθρώπων. Τζείνοι που νομίζουν ότι αποκρυπτογράφησαν το τι εσυνέβηκε τζιαι έχουν τες λύσεις, τζοιμούνται πιο βαθκιά που ούλλους.

Είμαστε οι ίδιοι αχάπαροι που είμαστε πριν ένα μήνα, εν άλλαξε κάτι μαγικά, εν εγινήκαμε αυτόματα οικονομολόγοι τζαι εκαταλάβαμε γιατι εφτάσαμεν ως δαμέ.

Σίουρα, φταιξίματα έχουμε πολλά εμείς σαν απλός κόσμος. Το πάρτυ άλλοι το εκάμαν όμως τζαι αρνούμαι να δεχτώ ότι ήταν με τες ευλογίες μου. Έστω τζαι αν τωρά καλούμαι να πλερώσω τα Σιήβας τζαι τες Σβετλάνες τους.

 

Το κοντραμπάντο

03 Απρ

Για ένα διάστημα στο στρατό, έκαμα καψιμιτζιής. Ήμουν νέος τζαι αναθέσαν μου την θέση μαζί με ένα σειρά μου. Το οργανόγραμμα του καψιμί μονάδος, εν απλό, υπάρχουν συνήθως θκυό καψιμιτζίες τζαι ένας αξιωματικός καψιμί που ελέγχει το τι μπαίνει, το τι φκαίννει που το καψιμί τζαι τα κέρδη ή τες ζημιές.

Όταν αναλάβαμε, το καψιμί ήταν ελλειμματικό. Δηλαδή, εχρωστούσε λεφτά σε προμηθευτές τζαι κάθε μήνα έφκαλλε πιο λλία κέρδη παρά πωλήσεις. Υπήρχαν κάποια βερεσιέ γραμμένα αλλά δεν εδικαιολογούσαν το έλλειμμα.

Ώσπου τζαι ανακάλυψα το εξής. Υπήρχε μια τρύπα στην άκρη του ττελιού, μπροστά που το καψιμί. Που τζιαμέ κάποιοι ερέσσαν ένα σκουπόξυλο το οποίο είσιε τυλιγμένο ένα πιρούνι τζαι επροτσιάζαν πράματα την ώρα που το καψιμί ήταν κλειστό.

Η επινόηση τούτη, ήταν που τους παλιούς του στρατοπέδου τζαι είσιεν γίνει κάτι σαν κατεστημένο. Κάτι σαν παράδοση. Όποτε έκλεια την τρύπα, κάποιος την εξανάνοιγε.

Έτσι άλλαξα τακτική, άφηκα την τρύπα ανοιχτή τζαι έβαλα σε ούλλα τα πράματα του καψιμί, ένα σελίνι πάνω. Υπήρξαν κάποιες διαμαρτυρίες στην αρκή, αλλά επειδή εδέχουμουν τζαι επουλούσα αρκετά βερεσιέ, εν εδημιουργήθηκε μεγάλο θέμα. Το καψιμί έγινε ένα μεγάλο, διεφθαρμένο, κέντρο συναλλαγών.

Εγώ υπερχρέωνα τα πράματα, έγραφα καπάλι βερεσιέ, όποιου εν εκρατούσε τζαι εχρέωννα καφέδες παραπάνω τους μόνιμους για να καλύφκω ελλείμματα. Οι παλιοί εκρατήσαν το κατεστημένο τους τζαι επροτσιάζαν σάντουιτς τζαι τσιάρα τες νύχτες που ήμουν κλειστός. Είχα επίσης την δυνατότητα, να τζερνώ τους παρέες μου χωρίς να επιβαρύνω τον προϋπολογισμό μου.

Τα κέρδη αυξηθήκαν, άρκεψα να μπορώ να φέρνω παραπάνω ποικιλία πραμάτων τζαι γενικά είμαστε ούλλοι ευχαριστημένοι. Ο μικρός μας, νομότυπος παράδεισος κοντραμπάντου, ευημερούσε. Κάποιοι ετρώαν παραπάνω, κάποιοι επλερώναν παραπάνω, γενικά ούλλα όμως ελειτουργούσαν ρολόι.

‘Ώσπου μια μέρα ο διοικητής, εψυλιάστηκε ότι του χρεώνουμε καφέδες παραπάνω. Έκατσε μας εμάς τους καψιμιτζίες 10 μέρες κράτηση τζαι αμέσως εδιόρησε κάποιο πιο έμπιστο, ο οποίος αποφάσισε να δουλέφκει το καψιμί ακολουθώντας πιστά τους κανόνες.

Η τρύπα ηλεκτροκολλήθηκε με λαμαρίνα έτσι κανένας δεν εμπορούσε να κλέψει. Τα βερεσιέ εκοπήκαν, ο κόσμος αγόραζε μόνο ότι εμπορούσε να αγοράζει με τα λεφτά που είσιεν. Οι μόνιμοι αρκέψαν να πλερώνουν μετρητά τους καφέδες τους τζαι τίποτε δεν έφευκε δωρεάν που το καψιμί.

Με τούτη τη καταπίεση του κατεστημένου, υπήρξαν πολλές αντιδράσεις, ακόμα τζαι απειλές εναντίον των καινούργιων καψιμιτζίδων. Το καψιμί όμως στο τέλος, ανάκαμψε. Έφερνε στοκ πιο λλίη ποικιλία, έφκαλλε ελάχιστο κέρδος αλλά τουλάχιστον εδούλεφκε σωστά τζαι προβλεπόμενα.

Δεν υπάρχουν απαραίτητα σωστές τζαι λάθος διαδικασίες. Υπάρχει σίουρα σωστή τζαι λάθος αντιμετώπιση μιας κατάστασης. Πάνω που ούλλα όμως υπάρχουν κατάλληλοι τζαι ακατάλληλοι ανθρώποι.

 

Σκλάβοι

20 Μαρ

Μόλις άκουσα ότι η βουλή των αντιπροσώπων απέρριψε το νομοσχέδιο για τις περικοπές που τες καταθέσεις, κάτι μέσα μου εχάρηκε. Εν εκατάλαβα τι ακριβώς. Μπορεί να εν το κομμάτι του εαυτού μου που ακόμα εν κολλημένο στες εθνικόφρονες αξίες που μας επλυννήσκαν τα μυαλά μας κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν είναι ειλικρινής χαρά όμως.

Νώθω, ένα θκιαολούι να κάθετε πάνω στο αριστερό μου ζιηνίσιη τζαι πελεκά με να καταλάβω ότι απλά έτυχε στην προκειμένη περίπτωση, τα συμφέροντα των ασυγχόμπατων των πολιτικών μας, να συμπίπτουν με τα συμφέροντα τα δικά μας.

Εν τζαι εν ακριβώς για το συμφέρον μας το ότι απορρίψαν την πρόταση. Καμιά πρόταση τούτη τη στιγμή έννεν για το συμφέρον μας. Ότι τζαι να γίνει, πάλε εμείς εννα πλερώσουμε την νύφφη είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο.

Οι δανειστές, εν χάννουν τα λεφτά τους. Ο μπούκκης εν παίζει για να χάσει. Τα ρυάλλια που χρωστούμε, εννα παν τζαμέ που πρέπει να παν, βρέξει σιονήσει. Τζαι μαντέψετε πόθθεν εννα τα συνάξουν.

Όπως πάντα, φέρνουν μας στην άκρα του γκρεμμού τζαι μετά διούν μας επιλογές. Όπως τον κάττο που παίρνει την κάττα πας το κρόδωμα τζαι στριμώχνει την, για να του κάτσει, ή να ππέσει που το δώμα κάτω.

Η πικρή αλήθκεια, εν ότι τούτη ούλλη η κατάσταση, έννεν η ιστορία του Δαβίδ τζαι του Γολιάθ. Θέλω να το δώ έτσι, ήτουν να έχω τζαι κάτι να περιφανέυκουμαι τζαι να λαλώ της κόρης μου.

Τούτη ούλλη η ιστορία, εν το αποτέλεσμα της χρόνιας αχαπαροσύνης, ανικανότητας, ερασιτεχνισμού, εγκληματικής αδιαφορίας τζαι η αλαζονείας των πολιτικών μας,. Οι τραπεζίτες επαίζαν κουμάρι, η κεντρική τράπεζα έπαιζε τους φκιολί τζαι η κυβέρνηση έπαιζε τα σιείλη της. Τζαι εμείς τα αρνιά ασχολούμαστε με το ποιος εννα πρωτοπάει στην Αθήνα τωρά που έσιει κρίση τζαι εφτηνίσαν τα πουζούκκια.

Ήρταμε στο σήμερα που θέλουμε ένα εξωφρενικό ποσό για να γλυτώσουμε ένα σύστημα το οποίο αποδεδειγμένα απέτυχε. Ένα ποσό, το οποίο εννα συσσωρευθεί που τον κόσμο που λλία έσιει να κάμει με την ιστορία τούτη με μεθόδους τες οποίες ως πριν κάποιες μέρες εγγυούνταν μας ότι εν ηλίθιες τζαι ανυπόστατες.

Ας είμαστε ρεαλιστές. Μετά τζαι που τούτο, επαναεπιβεβαιώθηκε ότι είμαστε σκλάβοι σε ένα σύστημα το οποίο δεν δουλέφκει για να προστατέψει εμάς, αλλά τζείνους που βαστούν ρυάλλια. Δεν είναι θέμα πατριωτισμού. Η επιλογές μας βασικά, έννεν αν θα πούμε ναι ή αν θα πούμε όχι στο μνημόνιο. Η πραγματικότητα είναι ότι έχουμε να θκιαλέξουμε, ποιος εννα μας ρουφά τη ζωή τα επόμενα χρόνια. Οι Ρώσσοι οξά οι Γερμανοί;

 

Μηχανούα

05 Μαρ

Για τους αθεράπευτους τζιαι νοσταλγικούς gamer, δώστε το γυρό σας που το καινούργιο μου blog που ασχολείται με την συντήρηση τζιαι την κατασκεύη μιας μηχανούας που θα τρέχει MAME.

Σε γενικές γραμμές, μάχουμε να κάμω κάτι για να παίζω Wonder Boy σπίτι μου όπως τον παλιό καλό καιρό, αλλά χωρίς να την ταίζω διπλοσέλινα.

http://mixanoua.wordpress.com/

IMAG0890